Προβληματίστηκα αρκετά για τη σκοπιμότητα δημοσιοποίησης των απόψεων που εξέφρασα στην πρόσφατη, 2η και τελευταία προ του θέρους, ολομέλεια της παράταξης μας «Λαρισαίων Πόλις-Αλλαγή Πορείας».
Μιλώντας, ωστόσο, με αρκετούς φίλους-μέλη της παράταξης κατέληξα στο συμπέρασμα πως θα ‘πρεπε να καταθέσω γραπτά τα όσα υποστήριξα ώστε να αποτελέσουν και πεδίο ευρύτερου προβληματισμού για τη συλλογικότητα που φιλοδοξούμε να συνδιαμορφώσουμε. Μια συλλογικότητα που φιλοδοξεί να εκφράσει ένα πλειοψηφικό ρεύμα των Λαρισαίων ώστε να συμβάλει στη δημιουργία όρων και προϋποθέσεων για μια «άλλου τύπου» δημοτική αρχή στην πόλη μας.
Πήρα, μάλιστα, την απόφαση να δημοσιοποιήσω τις απόψεις μέσα τόσο από το site μου όσο και από το site της παράταξης και μόνο, αποφεύγοντας τις στήλες του τοπικού τύπου. Φαντάζομαι ότι ο στόχος μου είναι προφανής: Δεν με ενδιαφέρει η ευρύτερη δημοσιότητα. Ούτε επιθυμώ να καταστήσω τις στήλες των εφημερίδων ουσιαστικό παράγοντα διαμόρφωσης της πολιτικής της παράταξης.
Για να επιτευχθεί, λοιπόν, ο σκοπός μας θεωρώ πως είναι απαραίτητος ένας δημόσιος διάλογος για το «τι είναι» η παράταξή μας, «πώς λειτουργεί», «ποιες πρωτοβουλίες πρέπει να αναλάβει». Κοντολογίς, να ξεκαθαρίσει τον τρόπο λειτουργίας της. Τον τρόπο της πολιτικής της παρέμβασης. Το ζήτημα αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι οργανωτίστικο. Είναι οργανωτικό. Αλλά, μην ξεχνάμε, ότι το οργανωτικό, είναι –τελικά- πολιτικό.
Αγαπητοί φίλοι, η ολομέλεια μιας συλλογικότητας γίνεται για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Με αφορμή την κοπή μιας πίτας, μια κοινωνική συνάντηση αναθέρμανσης των σχέσεων μελών και φίλων, την αντιμετώπιση έκτακτων και –ιδιαίτερα- σοβαρών θεμάτων, τον απολογισμό δράσης μιας περιόδου και το σχεδιασμό δράσεων της επομένης.
Η ολομέλεια μιας δημοτικής παράταξης, και ιδιαίτερα κάποιας με τα χαρακτηριστικά της δικής μας, δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτόν τον κανόνα. Όταν, μάλιστα, μια ολομέλεια έχει τα χαρακτηριστικά του απολογισμού και του σχεδιασμού τότε υπάρχουν κάποιοι παράμετροι που οφείλουν να ικανοποιούνται.
Για να γίνω πιο σαφής. Κατά τη γνώμη μου θα ‘πρεπε της περί τα οργανωτικά εισήγησης του Γ. Σούλτη, να προηγηθούν:
Α. Μια γενική πολιτική εισήγηση που θα περιελάμβανε την ανάλυση της περιόδου που προηγήθηκε αλλά και την περιγραφή της περιόδου που ακολουθεί. Στην εισήγηση αυτή θα μπορούσαν, μεταξύ άλλων, να συμπεριληφθούν τα αποτελέσματα που διαμορφώθηκαν στην ΚΕΔΚΕ και η σημασία τους για την Τ. Α. γενικότερα αλλά και τη Λάρισα ειδικότερα, μετά την κατάληψη, από τον Κ. Τζανακακούλη, της θέσης του β΄ αντιπροέδρου της. Τα μέτρα της κυβέρνησης για χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού της Τ. Α από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τις συνέπειες που θα έχει στα οικονομικά του Δήμου Λαρισαίων. Το θέμα του δανείου του δήμου για την αγορά του οικοπέδου της Εθνικής Τράπεζας. Τα έργα του Γ΄ και Δ΄ΚΠΣ στο Δήμο μας, κ.ά.
Β. Ειδικές εισηγήσεις απολογιστικού και προγραμματικού χαρακτήρα από τα στελέχη που συμμετέχουν σε διάφορους τομείς δράσης του Δήμου εκπροσωπώντας την παράταξη, από τους διαμερισματικούς μας συμβούλους κλπ.
Γ. Εισηγήσεις επί οργανωτικών θεμάτων με διαπιστώσεις και προτάσεις, όπως αυτές έγιναν από τον Γ. Σούλτη.
Δ. Ανακοινώσεις πρωτοβουλιών τις οποίες λαμβάνουν ή στις οποίες συμμετέχουν πολίτες-μέλη της παράταξης, όπως αυτές που αναλαμβάνει ο Β. Αρότσιος.
Ε. Λήψη αποφάσεων και καθορισμός χρονοδιαγραμμάτων υλοποίησής τους.
Είναι περιττό, θαρρώ, να αναφέρω ότι το βάρος μιας τέτοιου τύπου οργάνωσης της συζήτησης δεν αφορά στον επικεφαλής. Και, τουλάχιστον, όχι μόνον σ’ αυτόν. Μεγάλο ρόλο έχουν να επιτελέσουν και τα όργανα της παράταξης, οι ομάδες εργασίας κ.ά.
Σημαντικό θεωρώ πως είναι να καθοριστεί, ακόμη και σε ειδική συνεδρίαση, η στρατηγική της παράταξης σε βάθος τετραετίας καθώς και η διαμόρφωση ετήσιας τακτικής στα πλαίσια των οποίων κινούμενη η παράταξη θα μπορέσει να διαμορφώσει η ίδια την πολιτική αντζέντα κι όχι απλά να παρακολουθεί τον Κ. Τζανακούλη και την επικαιρότητα.. Γιατί, μην ξεχνάμε, οι όποιες παρεμβάσεις κάναμε –όπως τις ανέφερε ο Γ. Σάπκας- δεν ήταν πρωτοβουλίες της παράταξης. Απλά, η παράταξη ακολούθησε τους φορείς της πόλης (περίπτωση πετ-κοκ) ή ανέδειξε θέματα που προέκυψαν από την τοπική δημοσιότητα (περίπτωση ΠΑΚΟΕ). Σημειώνω, δε, και τη συμφωνία μας με το σωματείο εργαζομένων στο Δήμο σχετικά με το βιοαέριο και τη ΔΕΥΑΛ, μια θέση, που –κατά τη γνώμη μου- χωράει «πολύ νερό» καθώς οι απόψεις της πλειοψηφίας του σωματείου είναι γνωστό από ποιες πολιτικές θεωρίες εμφορούνται, από ποια πολιτικά κόμματα εκφράζονται και ποιες σκοπιμότητες, συνήθως, εξυπηρετούν. Πιστεύω πως τέτοιου είδους θέματα, τα οποία δεν προβλέπονται στο πρόγραμμα της παράταξης, και ενδεχομένως σε βάθος χρόνου θα προκύψουν αρκετά –χωρίς αυτό να θεωρείται κατ’ ανάγκη αρνητικό- θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης των οργάνων της παράταξης, ενδεχομένως και συζήτησης με εργαζόμενους φίλα προσκείμενους στην παράταξη, ώστε η όποια δημόσια τοποθέτησή μας να μην έχει τα στοιχεία του λαϊκισμού, του παρακολουθήματος ή της δέσμευσής μας με θέσεις που αύριο –ενδεχομένως- εμείς οι ίδιοι αντιμετωπίσουμε διαφορετικά.
Κλείνοντας αυτή την παρένθεση και επιστρέφοντας στα προηγούμενα, πιστεύω πως όσο τα παραπάνω δεν εφαρμόζονται, οι ολομέλειες θα ανήκουν στη σφαίρα των «πλαδαρών» συναντήσεων από τις οποίες δεν θα προκύπτει κανένα άμεσο αποτέλεσμα. Κι αυτό, φυσικά, θα έχει τις –αρνητικές του- συνέπειες στην πορεία της παράταξης. Για να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο, και λαμβάνοντας υπόψη ότι βρισκόμαστε στο πρώτο χρόνο της δράσης στο παρόν δημοτικό συμβούλιο, θα πρότεινα οι επόμενες ολομέλειες να έχουν σαφή θεματολογία και προτάσεις δράσης ώστε τα μέλη της παράταξης να λαμβάνουν το λόγο, να παίρνουν αποφάσεις και θέτουν χρονοδιαγράμματα επί συγκεκριμένης βάσης. Θεωρώ ότι μια τέτοιου τύπου λειτουργία θα λειτουργήσει ανασταλτικά σε φαινόμενα φυλλορόησης που αναπόφευκτα θα παρουσιαστούν εάν συνεχίσουμε στη γραμμή των ολομελειών χωρίς ημερήσια διάταξη και αποφάσεις και, ταυτόχρονα, θα συμβάλει στην, περαιτέρω, δραστηριοποίηση των μελών της παράταξης.
Βλέποντας τα πράγματα απ’ αυτή την οπτική γωνιά θεωρώ πως πολλά θα είχε να προσφέρει η ολομέλεια της παράταξης στο συλλογικό προβληματισμό για το παρόν και το μέλλον της πόλης. Κι αυτό γιατί μέσα απ’ αυτούς τους προβληματισμούς θα αναδεικνύονταν οι κοινοί τόποι, οι κοινές αντιλήψεις, οι συμπλεύσεις, οι διαφορετικότητες και οι αντιπαλότητες.
Στο πεδίο αυτό μπορεί να αντιμετωπισθεί η ελλειμματική αντίληψη της δημοτικής αρχής για το ρόλο και τη σχέση θεσμοθετημένων οργάνων, πολιτικών δομών και κινήσεων πολιτών.
Στο πεδίο αυτό, κατά τη γνώμη μου, αναδεικνύονται και οι διαφορετικές προσεγγίσεις για την τοπική –και όχι μόνο-εξουσία που εκφράζει μια συλλογικότητα όπως η δική μας.