Jan 13 2010

Φταίνε οι εκπαιδευτικοί για τον κομματισμό;

 Πρόδηλα αντιδιδασκαλικό, ίσως και αντιεκπαιδευτικό συνολικά, θεωρώ πως είναι το ρεπορτάζ του Βαγγέλη Κακάρα στην «Ελευθερία» της Τρίτης, 12 Ιανουαρίου.

Το ρεπορτάζ που ως βάση του έχει την ανακοίνωση της ΔΟΕ με την οποία, αφού επισημαίνει ότι είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει να δίδεται σε μη δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς η εκπόνηση σχεδίου για τις αποσπάσεις, μεταθέσεις εκπαιδευτικών και την επιλογή στελεχών εκπαίδευσης, ζητάει από την υπουργό Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου την ανάκληση της προκήρυξης και την ακύρωση του πρόχειρου διαγωνισμού με το σχετικό αντικείμενο καθώς σ’ αυτό είχαν δικαίωμα συμμετοχής - και επί αδρά πληρωμή ύψους 96.000 ευρώ - φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μη εξαιρουμένων και ιδιωτών.

Το «μυστικό» της αντίδρασης της ΔΟΕ ο Β. Κ. το «ανακαλύπτει» στην αφαίρεση της δυνατότητας παρέμβασης των συνδικαλιστικών παρατάξεων στις επιλογές στελεχών, τις μεταθέσεις και τις αποσπάσεις. Δηλαδή, στην άσκηση –όπως υποστηρίζει- μικροπολιτικής.

Χωρίς να αμφισβητώ προθέσεις, επιδιώξεις ή προσδοκίες των συνδικαλιστικών παρατάξεων, χωρίς να αμφισβητώ και να επικρίνω ανάλογες συμπεριφορές, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι στο χώρο της Παιδείας, όπως και σε κανένα άλλο μέρος του δημόσιου τομέα, δεν ίσχυσε ή ισχύει η «συνδιοίκηση» συνδικάτων και πολιτικής ηγεσίας. Πέρα από τις προτάσεις που είχαν περιθώριο και υποχρέωση να καταθέτουν οι συνδικαλιστές, η σύνθεση των αρμόδιων αποφασιστικών οργάνων έδινε με σαφήνεια τη δυνατότητα στις πολιτικές ηγεσίες να λαμβάνουν αποφάσεις κατά το δοκούν. Τονίζω, ωστόσο, και πάλι ότι αυτό δεν αναιρεί μια κοινή αίσθηση ότι κάποιες παρεμβάσεις των συνδικαλιστών εισακούγονταν στα πλαίσια ενός κλίματος τήρησης κάποιων διακομματικών ισορροπιών. Ακόμη κι αυτό, όμως, μια πολιτική ηγεσία, που θα επιθυμούσε να αρθεί στο ύψος του κύρους, της θέσης και των ιδεολογικοπολιτικών αρχών της, είχε κάθε δυνατότητα να το ανατρέψει. Και η εμπειρία δείχνει πως δεν το έκανε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Γιατί είναι ακριβώς η ίδια η πολιτική τάξη εκείνη που επιθυμούσε να μην υπάρχει ξεκάθαρο πλαίσιο ώστε στη συνέχεια να είχε τη δυνατότητα η ίδια να μοιράζει ή υλοποιεί υποσχέσεις επί ανθρώπων εν ομηρεία διατελούντων. Με τα … γνωστά, φυσικά, ανταλλάγματα…

Ωστόσο, εκείνο που προξενεί εντύπωση είναι η αγνόηση, η μη επισήμανση, η απουσία κριτικής αναφοράς από τον Β. Κ. στο επίδικο ζήτημα: Την προκήρυξη διαγωνισμού στον οποίο μπορούν να συμμετέχουν έως και ιδιώτες, και εννοώ και εταιρείες συμβούλων επιχειρήσεων και συναφών αντικειμένων, την ώρα που τη δουλειά αυτή μπορούσαν να τη φέρουν σε πέρας δημόσιοι ερευνητικοί φορείς όπως το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο κλπ.

Δεν θέτει ο Β. Κ., δηλαδή, το ερώτημα: Οι φορείς αυτοί αδυνατούν να φέρουν σε πέρας αυτό το έργο; Γιατί να εκταμιευτούν 96.000 ευρώ σε μια εποχή «ισχνών αγελάδων»;

Και, εάν το γενικεύσουμε, πόσα χρήματα θα απαιτηθούν εάν όλα τα υπουργεία και οι εποπτευόμενοι φορείς επιλέξουν αυτή τη μέθοδο εκπόνησης των θεσμικών πλαισίων που τους αφορούν;

Φυσικά, όλα αυτά δεν αναιρούν και δεν παραγνωρίζουν την απόφαση του ΥΠΕΠΘ να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση το όποιο σχέδιο καταρτίσει ο τελικός ανάδοχος του έργου. Απλά, ήθελα να επισημάνω την, για μία ακόμη φορά, άμεση ή έμμεση στάση λοιδορίας των εκπαιδευτικών και απόδοσης σ’ αυτούς όλων των αρνητικών πλευρών της εκπαίδευσης στη χώρα.

 

Trackback URI | Comments RSS

Leave a Reply